top of page

Στο ενδιάμεσο: Νεανική ταυτότητα & μετάβαση στην ενηλικίωση στην Ελλάδα

Εικόνα συγγραφέα: psychologist_patila
psychologist_patila
26 Αυγ
διαβάστηκε 6 λεπτά

Μια προσέγγιση της διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην εξάρτηση και την αυτονομία, την ενηλικίωση και την ανηλικότητα, τον πραγματικό και τον παρουσιαζόμενο εαυτό



Η κατανόηση των νέων ηλικίας 20–30 ετών στην Ελλάδα απαιτεί να απομακρυνθούμε από ερμηνείες που αντιμετωπίζουν τη συμπεριφορά τους αποκλειστικά ως αποτέλεσμα ατομικών χαρακτηριστικών, όπως η ανωριμότητα, η έλλειψη προσπάθειας ή η αδυναμία δέσμευσης κ.α. Μια κοινωνικο-κονστρουκτιβιστική ματιά επιτρέπει να προσεγγίσουμε τη νεότητα ως μια διαδικασία μέσα στην οποία η ταυτότητα διαμορφώνεται, αμφισβητείται και επαναδιαπραγματεύεται μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις, τους θεσμούς και τις ιστορικές συνθήκες.

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της σύγχρονης νεανικής εμπειρίας να είναι η εμπειρία του «ενδιάμεσου».

Ο νέος/α 20–30 ετών βρίσκεται συχνά ανάμεσα σε δύο κοινωνικές θέσεις, χωρίς να ταυτίζεται ολοκληρωτικά με καμία από αυτές. Βρίσκεται ανάμεσα στην "ανηλικότητα" και την ενηλικίωση, την εξάρτηση και την αυτονομία, τη σταθερότητα και την αβεβαιότητα, τον "πραγματικό" και τον παρουσιαζόμενο εαυτό.


Το «ενδιάμεσο», επομένως, δεν αποτελεί απλώς ένα προσωρινό στάδιο που πρέπει γρήγορα να ξεπεραστεί. Μπορεί να κατανοηθεί ως μια ιδιαίτερη κοινωνική συνθήκη, μέσα στην οποία ο νέος καλείται να συγκροτήσει την ταυτότητά του ενώ ταυτόχρονα οι κοινωνικές προϋποθέσεις της πλήρους ενηλικίωσης μεταβάλλονται ή καθίστανται δυσκολότερα προσβάσιμες.


Ανάμεσα στην ανηλικότητα και την ενηλικίωση

Παραδοσιακά, η μετάβαση στην ενηλικίωση συνδεόταν με συγκεκριμένα κοινωνικά ορόσημα: την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, την είσοδο στην αγορά εργασίας, την οικονομική ανεξαρτησία, την αποχώρηση από τη γονική κατοικία και, συχνά, τη δημιουργία οικογένειας.

Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, όμως, η μετάβαση αυτή δεν ακολουθεί πλέον μια σαφή και γραμμική πορεία.

Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι 28 ετών, να έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του και να εργάζεται, αλλά να μην μπορεί να ζήσει ανεξάρτητα λόγω του κόστους στέγασης ή της οικονομικής επισφάλειας. Μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του ενήλικα, να λαμβάνει αυτόνομες αποφάσεις για τις σχέσεις και τη ζωή του, αλλά ταυτόχρονα να εξαρτάται οικονομικά από την οικογένειά του.

Έτσι δημιουργείται μια παράδοξη κοινωνική θέση: ο νέος είναι ενήλικας σε ορισμένες διαστάσεις της ζωής του και εξαρτημένος σε άλλες.

Η ενηλικίωση, επομένως, δεν αποτελεί πλέον ένα σαφές σημείο μετάβασης αλλά μια ρευστή διαδικασία που διαρκεί περισσότερο και περιλαμβάνει συνεχείς διαπραγματεύσεις.


Ανάμεσα στην εξάρτηση και την αυτονομία

Η αντίφαση αυτή γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στο ελληνικό οικογενειακό πλαίσιο.

Η οικογένεια εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς οικονομικής, στεγαστικής και συναισθηματικής υποστήριξης. Η παραμονή στη γονική κατοικία, ιδιαίτερα για νέους που βρίσκονται στην αρχή της επαγγελματικής τους πορείας, δεν μπορεί να ερμηνευτεί απλώς ως προσωπική αδυναμία ανεξαρτητοποίησης ή ανωριμότητα.

Ωστόσο, η οικονομική εξάρτηση μπορεί να δημιουργήσει μια ιδιόμορφη σχέση με την έννοια της αυτονομίας.

Ο νέος διεκδικεί το δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή του, αλλά μπορεί να χρειάζεται ακόμη την οικονομική ή πρακτική υποστήριξη των γονέων του. Επιθυμεί να ορίζει ο ίδιος τις σχέσεις, την εργασία και τον τρόπο ζωής του, αλλά βρίσκεται μέσα σε μια σχέση αλληλεξάρτησης από την οικογένεια.


Αυτό δημιουργεί συχνά συγκρούσεις ανάμεσα στις γενιές.


Οι γονείς πιθανά να αντιλαμβάνονται την οικονομική υποστήριξη ως στοιχείο που δικαιολογεί τη διατήρηση ενός βαθμού επιρροής στις επιλογές του παιδιού. Ο νέος, αντίθετα, μπορεί να βιώνει την υποστήριξη ως αναγκαία συνθήκη επιβίωσης χωρίς να θεωρεί ότι αυτή αναιρεί το δικαίωμά του στην αυτονομία.

Η ένταση αυτή δεν είναι απλώς οικογενειακή. Είναι κοινωνικά δομημένη, καθώς προκύπτει από τη συνάντηση πολύ διαφορετικών αντιλήψεων για το τι σημαίνει να είσαι ανεξάρτητος.


Ανάμεσα στο «παιδί των γονιών μου» και στο πρόσωπο που επιλέγω να γίνω

Η διαπραγμάτευση της ταυτότητας αφορά επίσης τη σχέση του νέου με την οικογενειακή του ιστορία.

Η οικογένεια δεν μεταδίδει μόνο οικονομικούς πόρους. Μεταδίδει αξίες, προσδοκίες, αντιλήψεις για την εργασία, τις σχέσεις, την επιτυχία και την κοινωνική θέση.

Ο νέος καλείται να τοποθετηθεί απέναντι σε αυτή την κληρονομιά.

Μπορεί να επιθυμεί να διατηρήσει ορισμένα στοιχεία της οικογενειακής του ταυτότητας και ταυτόχρονα να αμφισβητεί άλλα. Μπορεί να θέλει να είναι κοντά στην οικογένειά του αλλά να μη θέλει να επαναλάβει τον τρόπο ζωής των γονέων του.

Η συγκρότηση της ταυτότητας δεν είναι, επομένως, μια διαδικασία πλήρους αποκοπής από την προηγούμενη γενιά. Είναι μια διαδικασία επιλογής, συνέχειας, αμφισβήτησης και επανανοηματοδότησης.

Ο νέος βρίσκεται ανάμεσα στο:

«Από πού προέρχομαι;»

και στο:

«Ποιος επιλέγω να γίνω;»


Ανάμεσα στον πραγματικό και τον παρουσιαζόμενο εαυτό

Η έννοια του «ενδιάμεσου» αποκτά μια ακόμη διάσταση στο ψηφιακό περιβάλλον.

Οι νέοι 20–30 ετών διαμορφώνουν την ταυτότητά τους όχι μόνο μέσα από τις άμεσες κοινωνικές σχέσεις αλλά και μέσα από διαδικασίες ψηφιακής αυτοπαρουσίασης και αφήγησης του εαυτού.

Στα social media, το άτομο δεν παρουσιάζει απαραίτητα ολόκληρο τον εαυτό του. Επιλέγει τι θα γίνει ορατό, τι θα παραμείνει ιδιωτικό και ποια εικόνα επιθυμεί να δημιουργήσει για τους άλλους.

Εδώ η θεωρητική προσέγγιση του Goffman για την παρουσίαση του εαυτού αποκτά νέα σημασία. Ο εαυτός δεν παρουσιάζεται απλώς στους άλλους αλλά οργανώνεται και διαχειρίζεται σε ένα περιβάλλον όπου η αφήγηση του εαυτού μπορεί να είναι συνεχής και να απευθύνεται σε πολλαπλά ακροατήρια.

Ο νέος βρίσκεται έτσι ανάμεσα στο:

«Ποιος είμαι;»

«Ποιος θέλω να είμαι;»

και:

«Πώς θέλω να με βλέπουν οι άλλοι;»

Η ταυτότητα δεν είναι ούτε αποκλειστικά «πραγματική» ούτε απλώς μια κατασκευασμένη εικόνα. Αποτελεί προϊόν μιας συνεχούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην προσωπική εμπειρία και την κοινωνική ορατότητα.


Ανάμεσα στην επιθυμία και στη δυνατότητα

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της σύγχρονης νεανικής εμπειρίας είναι η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που το άτομο επιθυμεί και σε αυτό που είναι κοινωνικά ή οικονομικά δυνατό.

Ο νέος μπορεί να επιθυμεί ανεξαρτησία, αλλά να μην μπορεί να την υποστηρίξει οικονομικά. Μπορεί να επιθυμεί μια σταθερή εργασία, αλλά να βρίσκεται σε ένα περιβάλλον επισφάλειας. Μπορεί να θέλει να δημιουργήσει οικογένεια, αλλά να θεωρεί ότι οι οικονομικές συνθήκες δεν του το επιτρέπουν.

Αυτό σημαίνει ότι η βιογραφία του νέου δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αποκλειστικά αποτέλεσμα ατομικών αποφάσεων.

Η κοινωνία ζητά από το άτομο να είναι υπεύθυνο για την κατασκευή της προσωπικής του πορείας, ενώ ταυτόχρονα οι δομικές συνθήκες περιορίζουν σημαντικά τις διαθέσιμες επιλογές.

Έτσι, ο νέος καλείται να αντιμετωπίσει ένα παράδοξο:


Πρέπει να σχεδιάσει το μέλλον του σε έναν κόσμο που δεν του εγγυάται σταθερό μέλλον.


Η γενιά ως κοινή εμπειρία του «ενδιάμεσου»

Οι σημερινοί νέοι 20–30 ετών στην Ελλάδα δεν αποτελούν μια ομοιογενή ομάδα. Διαφέρουν ως προς την κοινωνική τάξη, το φύλο, την εκπαίδευση, τον τόπο κατοικίας και τις οικογενειακές τους δυνατότητες.

Ωστόσο, πολλοί από αυτούς μοιράζονται μια κοινή κοινωνική εμπειρία: τη δυσκολία να αντιστοιχίσουν τις προσωπικές προσδοκίες με τις πραγματικές δυνατότητες.

Η οικονομική κρίση, η αβεβαιότητα στην εργασία, η δυσκολία πρόσβασης στην κατοικία και η ψηφιοποίηση της κοινωνικής ζωής έχουν δημιουργήσει νέες συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώνεται η νεανική ταυτότητα.

Για τον λόγο αυτό, η σημερινή νεότητα μπορεί να κατανοηθεί ως μια γενιά που βιώνει έντονα το «ενδιάμεσο»: όχι ως αποτυχία μετάβασης, αλλά ως κοινωνική συνθήκη.

Δεν είναι «αργοπορημένη ενηλικίωση».

Είναι μια διαφορετική εμπειρία ενηλικίωσης.


Τι σημαίνει αυτό για τη γενιά των γονιών;

Η γενεακή σύγκρουση συχνά προκύπτει επειδή οι γονείς και τα παιδιά χρησιμοποιούν διαφορετικά κριτήρια για να αξιολογήσουν την ίδια κατάσταση.

Για έναν γονιό, η παραμονή στο σπίτι μπορεί να σημαίνει καθυστέρηση της ενηλικίωσης.

Για έναν νέο, μπορεί να αποτελεί αναγκαστική προσαρμογή στις οικονομικές συνθήκες.

Για έναν γονιό, η συχνή αλλαγή εργασίας μπορεί να εκλαμβάνεται ως έλλειψη σταθερότητας ή ανευθυνότητα

Για έναν νέο, μπορεί να αποτελεί προσπάθεια αναζήτησης καλύτερων συνθηκών, νοήματος ή αξιοπρέπειας.

Για έναν γονιό, η έντονη παρουσία στα social media μπορεί να φαίνεται ως απομάκρυνση από την «πραγματική ζωή».

Για έναν νέο, αποτελεί μέρος της κοινωνικής του ζωής και του τρόπου με τον οποίο συγκροτεί και παρουσιάζει την ταυτότητά του.

Η κατανόηση αυτών των διαφορών δεν απαιτεί συμφωνία. Απαιτεί όμως την αναγνώριση ότι οι νέοι δεν διαμορφώνουν την ταυτότητά τους στο κενό.


Συμπέρασμα: η ταυτότητα ως χώρος ανάμεσα

Η ταυτότητα των νέων 20–30 ετών στην Ελλάδα μπορεί να κατανοηθεί ως μια διαρκής διαπραγμάτευση μέσα σε έναν «ενδιάμεσο χώρο».

Ανάμεσα:

  • στην ανηλικότητα και την ενηλικίωση,

  • στην εξάρτηση και την αυτονομία,

  • στην οικογενειακή κληρονομιά και την προσωπική επιλογή,

  • στην επιθυμία και την πραγματική δυνατότητα,

  • στον πραγματικό και τον παρουσιαζόμενο εαυτό,

  • στο «ποιος είμαι» και στο «ποιος θέλω να γίνω»,

  • στο «πώς βλέπω εγώ τον εαυτό μου» και στο «πώς με βλέπουν οι άλλοι».


Αυτή η κατάσταση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα κενό ανάμεσα σε δύο ολοκληρωμένες ταυτότητες.

Το «ενδιάμεσο» είναι ο ίδιος ο χώρος μέσα στον οποίο κατασκευάζεται η ταυτότητα.


Οι νέοι δεν βρίσκονται απλώς σε αναμονή μέχρι να γίνουν «πραγματικοί ενήλικες». Μέσα στις αντιφάσεις, τις εξαρτήσεις, τις επιλογές και τους περιορισμούς τους, διαπραγματεύονται ενεργά τι σημαίνει σήμερα να είσαι ενήλικας.

Ίσως, επομένως, το βασικό ερώτημα που χρειάζεται να θέσει η γενιά των γονιών δεν είναι:

«Γιατί οι νέοι αργούν να ενηλικιωθούν;»

Αλλά:

«Μήπως αυτό που εμείς θεωρούσαμε ενηλικίωση δεν μπορεί πλέον να οριστεί με τους ίδιους όρους;»

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα όχι μόνο για την κατανόηση της σημερινής νεότητας, αλλά και για έναν ουσιαστικότερο διάλογο ανάμεσα στις γενιές.


Βιβλιογραφία

 
 
 

Σχόλια


bottom of page